Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. И.П. Хориков, М.Г. Малев. 1980.
τσαΐρι — το, Ν λιβάδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. cayir] … Dictionary of Greek
τσαΐρι — το (λ. τουρκ.), λιβάδι … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)